10 Μαρτίου 2017

παραδοσιακό σαπούνι με ελαιόλαδο (ιστορίες, παραλλαγές & πειράματα)


σαπούνι ελαιολάδου, παραδοσιακό ελληνικό σαπούνι, το μεσογειακό σαπούνι (4) 


Αν πιστεύατε ότι τα μαθήματα της ιστορίας του σαπουνιού έληξαν, έχετε λάθος. Με το σημερινό άρθρο φθάνουμε στο τελευταίο μας κεφάλαιο. Από τον άλλο μήνα αρχίζουν οι εξετάσεις.


Το νοητό μας ταξίδι στην ιστορία του σαπουνιού διαρκεί πάνω από ένα χρόνο. Σταθήκαμε σε πολλούς και νοσταλγικούς σταθμούς όπως  το Χαλέπι, τη Μασσαλία, την Καστίλη και τη Δυτική Όχθη για να καταλήξουμε σήμερα εκεί που αγαπάμε. 

Επιστροφή στα πάτρια. 

Στην Ελλάδα το παραδοσιακό σαπούνι ελαιολάδου ταυτίζεται με την Λέσβο και την Κρήτη

Στα ταξίδια μας μέχρι τώρα ανά τον κόσμο, διαπιστώσαμε ότι παραδοσιακά η ανάπτυξη της μεσογειακής σαπωνοποιίας συνδέεται με την παρουσία τη ελιάς. Η λεβεντογέννα Κρήτη πιστώνεται με τη συστηματική καλλιέργεια του μοναδικού αυτού δέντρου (3.500 π.Χ.) που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του Μινωικού πολιτισμού. Οι Κρήτες θεωρούνται ως οι πρώτοι εξαγωγείς ελαιόλαδου μια ιδιότητα που διατήρησαν κατά τη διάρκεια των αιώνων. 

Η Κρήτη ήρθε σε επαφή με την οργανωμένη σαπωνοπαραγωγική διαδικασία ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα, κατά την Ύστερη Ενετική Περίοδο, όταν, λόγω σημαντικών καταστροφών στη σοδειά της Προβηγκίας, οι έμποροι της Μασσαλίας στραφήκαν σε αυτή για να καλύψουν τις ανάγκες τους σε πρώτη ύλη. Φυσική συνέπεια των εμπορικών αυτών επαφών ήταν και η μεταφορά τεχνογνωσίας στο νησί. 
Οι Κρήτες συστηματοποιούν την παραγωγή τους, το ελαιόλαδο εξακολουθεί να είναι το βασικό προϊόν προς εξαγωγή στην Μασσαλία και στην Κωνσταντινούπολη αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσουν την σαπωνοποιία η οποία άκμασε ιδίως κατά τον 19ο αιώνα. Το κρητικό σαπούνι αποκτά φήμη στις αγορές της Κωνσταντινούπολης της Αλεξάνδρειας και της Μ.Ασίας ανταγωνιζόμενο επάξια το βασικό του αντίζηλο: το σαπούνι από τη Λέσβο. 


Αν για την Κρήτη το ελαιόλαδο ήταν ένας από τους πυλώνες της οικονομικής της ανάπτυξης για τη Λέσβο ήταν ο κινητήριος μοχλός. Το οικονομικό θαύμα της Λέσβου κατά τον 19ο αιώνα συντελέσθηκε υπό οθωμανική κατοχή και βασίστηκε στη μονοκαλλιέργεια της ελιάς. Τον αιώνα αυτόν επέρχονται σημαντικές αλλαγές στην οικονομία της Λέσβου με την παραγωγή και επεξεργασία του ελαιολάδου να μετατρέπεται από βιοτεχνική σε βιομηχανική

Έχοντας αφήσει προ πολλού πίσω του τις νέες κατακτήσεις, το οθωμανικό κράτος έχει να επιλύσει εσωτερικούς κλυδωνισμούς και προχωρά σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις που δίνουν ώθηση στην ανάπτυξη όπως ο διαχωρισμός διοίκησης και οικονομίας, η ισότητα των υπηκόων ανεξαρτήτως θρησκεύματος και τάξης, η φορολογική ατέλεια στους ξένους υπηκόους, η άρση των μονοπωλίων. Επιπλέον, σημαντικός παράγοντας ανάπτυξης ήταν η θεαματική αύξηση της παραγωγής της ελιάς η οποία κατέστησε αναγκαία την εισαγωγή της ατμοκίνησης στο νησί και κατά συνέπεια οδήγησε στην αύξηση της παραγωγικότητας. 


Στη Μυτιλήνη η σαπωνοποιία ολοκληρώνει τον κύκλο της επεξεργασίας του καρπού της ελιάς. Τα έλαια που χρησιμοποιούνται είναι υπολείμματα ελαιόλαδου και πυρηνέλαιο που προκύπτει από τη επεξεργασία του ξηρού υπολείμματος του καρπού. Τα σαπωνοποιεία χτίζονταν κοντά σε ποτάμια για να εξασφαλιστεί η επάρκεια του νερού και τα αλκάλια εισάγονταν από την Αγγλία. Εννοείται ότι η μέθοδος σαπωνοποίησης ήταν η θερμή μεσογειακή και η διαδικασία ήταν η ίδια με της μεγάλης του σαπουνιού σχολής, της Μασσαλίας. 

Μαζί με το ελαιόλαδο, το λεσβιακό σαπούνι εξάγεται στις παράλιες πόλεις της Μ. Ασίας, στην Κωνσταντινούπολη και φτάνει μέχρι την Μαύρη Θάλασσα. Οι τύποι λεσβιακού σαπουνιού καθορίζονταν από τη ζήτηση των αγορών: άσπρα και πράσινα κλασσικά σαπούνια, αρωματικοί σάπωνες πολυτελείας για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα καθώς και τα “χωματερά” σαπούνια που περιείχαν μεγάλη ποσότητα ταλκ, περιζήτητα στις αγορές της ανατολής (σαπούνια για hammam), κατάλληλα για απολέπιση και κατά πολύ φθηνότερα από τα υπόλοιπα. 


Η παραγωγή ελαιολάδου αλλά και σαπουνιού στη Μυτιλήνη φθάνει στο απόγειό της το 1890 (διπλάσια από αυτή της Κρήτης) για να αρχίζει να παρακμάζει στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα λόγω καταστρεπτικών ασθενειών που έπληξαν τις σοδειές αλλά και δυσμενών συγκυριών όπως ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, η Μικρασιατική Καταστροφή, η παγκόσμια οικονομική κρίση του ’30. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και τη σταδιακή επικράτηση των συνθετικών απορρυπαντικών η Μυτιλήνη ακολουθεί τη λυπηρή μοίρα της Μασσαλίας. Στις μέρες μας δύο σαπωνοποιεία δραστηριοποιούνται στο νησί με πιο γνωστό αυτό της ΕΑΣ Λέσβου  η οποία επιδεικνύει σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα. 

Πληροφορίες από: 
- Ν. &Μ. Ψιλάκη, Η.Καστανάς, Ο πολιτισμός της ελιάς, Το ελαιόλαδο, Καρμάνωρ 
- Ν.Σηφουνάκης, Ε. Σιφναίου, Γ. Κουτσουρίδης, Ενθύμιον σαπωνοποιίας Λέσβου, Λιβάνης- Νέα Σύνορα 
Φωτογραφίες από -pandektis.ekt.gr



Παραλλαγές και πειράματα με το σαπούνι ελαιολάδου 

Στο προηγούμενο ποστ για το σαπούνι ελαιολάδου έδωσα και την παρακάτω απλή συνταγή που τη φτιάχνεις ακολουθώντας τις οδηγίες παρασκευής: 

-500 γραμ. ελαιόλαδο 
-64,35 γραμ. NaOH 
-150 γραμ. νερό



Όπως ήδη είπαμε, τα τελευταία χρόνια το σαπούνι ελαιολάδου έγινε το απόλυτο hit των σαπωνοblogs ανά στον κόσμο και ιδιαίτερα στον δυτικό, όπου υπάρχει μια τάση “βελτίωσης” ορισμένων χαρακτηριστικών του. 
Είναι γνωστό στους σαπωνομάγειρες ότι ο συνδυασμός ελαίων με διαφορετικά χαρακτηριστικά είναι σημαντικός για το σχεδιασμό μιας συνταγής με στόχο την παραγωγή ενός σαπουνιού που θα καθαρίζει καλά, παράλληλα θα περιποιείται την επιδερμίδα έχοντας πυκνό αφρό και ανθεκτικότητα. Όταν όμως φτιάχνουμε ένα “μονοποικιλιακό” σαπούνι, εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να πάρουμε όλα τα παραπάνω. 

Τώρα, λόγω της απαλότητάς του και της σχετικά άμεσης πρόσβασης στο ελαιόλαδο, το σαπούνι αυτό έγινε προϊόν πειραματισμών. Στη διεθνή συγχρονη blogoγραφία αναφέρονται ένα σωρό τρικς, εγώ θα δανειστώ αυτά της έμπειρης Anne Watson, διατηρώντας όμως τις επιφυλάξεις μου για το αν θα πρέπει να μπούμε στη διαδικασία να άλλαξουμε τη φύση του ευγενικού αυτού σαπουνιού.

Δυσκολία στο tracing: Σύμφωνα με τη (συνήθως αγγλοσαξωνική) βιβλιογραφία το μίγμα ελαιολάδου - σόδας “takes ages to trace”. Σε εμένα κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ ίσως γιατί οι ποσότητες που παρασκευάζω είναι πολύ μικρές. Με τη χρήση του stick blender το trace εμφανίζεται σε 2-3 λεπτά. Η κ. Watson λέει πως η προσθήκη 5γρ. τριμμένου σαπουνιού στο διάλυμμα της σόδας επιταχύνει το tracing. Προτείνει ακόμη και την προσθήκη 1 κ.γ. ζάχαρης* γιατί συντελεί στην άνοδο της θερμακρασίας άρα και στην επιτάχυνση του tracing.


Αφρισμός: Κάποιοι παραπονιούνται ότι ότι τα σαπούνια ελαιολάδου δεν αφρίζουν καθόλου. Υπερβολές. Η αλήθεια είναι ότι έχουν αδύναμο αφρό ο οποίος εμφανίζεται μετά από αρκετό χρόνο ωρίμανσης (9-12 μήνες). Η προσθήκη καστορέλαιου σε ποσοστό 3%-5% βελτιώνει τον αφρισμό και κατά τα λεγόμενα της κ. Watson το ίδιο κάνει η προσθήκη 1 κ.γ. ζάχαρης* ανά 500 γρ. ελαίου.

Σκληρότητα-σταθερότητα: Λόγω της χαμηλής περιεκτικότητας του ελαιολάδου σε στεατικό ή παλμιτικό οξύ, η αναμενόμενη σκληρότητα του σαπουνιού είναι χαμηλή. Παρόλα αυτά, αν χρησιμοποιήσετε νερό σε αναλογία μέχρι 33% επί των ελαίων και υπερλίπανση 4%-5%, θα πάρετε αρκετά σκληρό σαπούνι. Και νάτην πάλι η κ.W., προτείνει την προσθήκη ½ κ.γ. αλατιού* για τη βελτίωση της σταθερότητας του σαπουνιού.

Διαλυτότητα: H αλήθεια είναι ότι το σαπούνι ελαιολάδου δεν είναι και το πλέον ευδιάλυτο. Συμπεριφέρεται καλύτερα στο χλιαρό ή ζεστό νερό και παρέα με ένα απαλό σφουγγάρι. Η γκουρού μας λέει ότι για να βελτιώσουμε τη διαλυτότητα μπορούμε να αντικαταστήσουμε ένα μικρό ποσοστό του NaOH (έως 5%) με KOH.


Επιτάχυνση σαπωνοποίησης: Τέλος, για να αποφύγουμε την μακρά περίοδο αναμονής προτείνεται η χρήση της μεθόδου CPOP (Cold Process Oven Process). Η σαπωνόμαζα τοποθετείται σε πυράντοχο καλούπι (πχ σιλικόνης) και “ψήνεται” στο φούρνο επί 2 με 3 ώρες σε θερμοκρασία 50-60 βαθμών C. Το αφήνουμε στον (σβηστό πλέον) φούρνο μέχρι την επόμενη ημέρα και οσότου κρυώσει εντελώς. Τη δοκίμασα τη μέθοδο και δεν ενθουσιάστηκα. Μου φαίνεται πως επηρεάζει (στο χειρότερο) την υφή του σαπουνιού. Επίσης τα σαπούνια μου φάνηκαν καυστικά για άμεση χρήση οπότε δεν γλίτωσα την αναμονή. Δεν ξαναψήνω.

*Ζάχαρη & αλάτι στο σαπούνι: Εκτός από την κ.W., πλειάδα ιστοσελίδων και blogs προτείνουν την προσθήκη των 2 αυτών συστατικών χωρίς να αναφέρουν κάποια επιστημονική εξήγηση. Έψαξα αρκετά να βρώ κάποια ατιολογία που ευσταθεί αλλά -φευ- χωρίς αποτέλεσμα. Για τη ζάχαρη (και για κάθε μορφής υδατάνθρακα) η πρόταση μάλλον βασίζεται στα θετικά αποτελέσματα και στο ελκυστικό τελικό προϊόν μετά από την προσθήκη μελιού, μπύρας ή χυμών στη σαπωνόμαζα. Για το δε αλάτι υποψιάζομαι ότι συνδέεται με τη χρήση αλατισμένου νερού για την πλύση της σαπωνόμαζας κατά τη διαδικασία παραγωγής του σαπουνιού Μασσαλίας.


Έτσι λοιπόν, αν υιοθετούσαμε όλες τις παραπάνω προτάσεις η απλή συνταγή (που χρησιμοποιώ) θα προέκυπτε ως εξής:

-500 γραμ. ελαιόλαδο
-62 γραμ. NaOH
-4,5 γραμ. ΚΟΗ
-150 γραμ. νερό
-5 γραμ τριμμένο σαπούνι
-1 κ.σ. καστορέλαιο
-1 κ.γ. ζάχαρη
-½ κ.γ. αλάτι

Κατά τα άλλα συνεχίζετε με τη γνωστή διαδικασία.

Αν με ρωτήσετε τι έχω εφαρμόσει από τα παραπάνω θα σας απαντήσω σχεδόν τίποτα. Προτίμησα όμως να σας δώσω όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για να κάνετε τη δική σας επιλογή. Το σαπούνι ελαιολάδου είναι ιδιαίτερο και έχει τα δικά του χαρακτηριστικά. Είτε το αγαπάς είτε όχι.

Αν πάλι θέλετε τα ωφέλη του ελαιολάδου χωρίς τις αδυναμίες του, ορίστε συνταγές πλούσιες σε ελαιόλαδο όπως το σαπούνι με πορτοκάλι και μέλι, ή με μέλι και γάλα και γενικά όλη η σειρά των “πατριωτικών” σαπουνιών. Διαλέχτε.

2 σχόλια:

  1. ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΟΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΒΛΕΠΩ ΠΩΣ ΕΧΕΤΕ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΑΣ, ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΙΧΑΝ ΛΕΙΨΕΙ ΓΙΑ ΚΑΙΡΟ!! ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ. ΦΤΙΑΧΝΩ ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΠΙΤΙΚΟ ΣΑΠΟΥΝΙ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΡΗ ΜΕΘΟΔΟ ΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΑΣ ΜΕ ΕΧΟΥΝ ΒΟΗΘΗΣΕΙ. ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΜΙΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ΗΜΕΡΑ!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. σας ευχαριστώ για τα ευγενικά σας λόγια! καλές δημιουργίες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

την αρωματοάπόψή σας πλιζ :)